Στείλτε μας αποτελέσματα-συνθέσεις-νέα για τις κατηγορίες Α2-Β εθνικής στη διεύθυνση stathis70@gmail.com

Ηλίας Ζαπαρτίδης: "Άμεση λήψη μέτρων για την ορθολογιστική και ταχεία ανάπτυξη του αθλήματος "

Σε συνέχεια της αρθρογραφίας για θέματα του αθλήματος, ο Ηλίας Ζαπαρτίδης καταθέτει την άποψη του για την ανάπτυξη του αθλήματος, συσχετίζοντας την με την πραγματικότητα της ελληνικής χειροσφαίρισης. Αναλυτικά:

Η έννοια της ανάπτυξης ενός αθλήματος διαμορφώνεται μέσα από δύο βασικές συνιστώσες αλληλένδετες και ετεροκαθοριζόμενες η μία με την άλλη: α) την κάθετη ανάπτυξη, που αφορά τη βιτρίνα του αθλήματος και είναι οι Εθνικές ομάδες και β) την οριζόντια ανάπτυξη που αφορά τη διάδοση και εξάπλωση του αθλήματος σε όλη τη χώρα και τη δημιουργία νέων αθλητικών συλλόγων και ομάδων στις αναπτυξιακές ηλικίες.

Η κάθετη ανάπτυξη, έχει αιτιώδη σχέση με τον αγωνιστικό, υψηλού επιπέδου και απαιτήσεων
αθλητισμό. Αντλεί έμψυχο υλικό από τις αγωνιστικές ομάδες ανδρών και γυναικών, που με τη σειρά τους αντλούν αθλητές και αθλήτριες από τις αναπτυξιακές υποδομές των συλλόγων. Παρά την μεγάλη και ταχεία αγωνιστική ανάπτυξη του αθλήματος στη χώρα μας τα τλευταία δέκα - δεκαπέντε χρόνια με τις επιτυχίες στους Ολυμπιακούς της Αθήνας το 2004, και στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ανδρών του 2005, η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη των προσδοκιών και το άθλημα παρουσίασε μια κάμψη σε ότι αφορά το υψηλό επίπεδο.

Αυτό που χαρακτηρίζει σήμερα τις Ελληνικές ομάδες τόσο των αντρών αλλά κυρίως των γυναικών, είναι μια ανομοιογένεια στα χαρακτηριστικά, τη δομή και τη φιλοσοφία. Τα ίδια χαρακτηριστικά της ανομοιογένειας και του υψηλού συντελεστή μεταβλητότητας, παρουσιάζονται και στις αναπτυξιακές ηλικίες. Ύστερα από δοκιμασίες αξιολόγησης επιλεγμένων αθλητών –τριών των κλιμακίων, όλων των αναπτυξιακών ηλικιών, οι διαφορές στις επιδόσεις αξιολόγησης στις επιμέρους παραμέτρους, φανερώνουν μιά βάση επιλογής αθλητών με τεράστια ανομοιογένεια. Επιπλέον, μετά την ηλικία των 18-20 ετών, όταν τα παιδιά εισάγονται στα ΑΕΙ της χώρας, έχει παρουσιασθεί το φαινόμενο μεγάλος αριθμός από αυτά τα παιδιά να σταματάει τον αγωνιστικό αθλητισμό. Τα παιδιά που συμμετέχουν στον αθλητισμό είνα εκείνα που θεωρούν πως είναι ικανά και έχουν τις δυνατότητες για να αναδειχθούν σε κάποια αθλήματα.

Από την άλλη πλευρά, παιδιά με χαμηλή αντιλαμβανόμενη σωματική επάρκεια, έχουν περισσότερες πιθανότητες να μην αθληθούν ή να διακόψουν τη συμμετοχή τους. Έτσι, οι συνεχείς αποτυχίες συνήθως οδηγούν τα παιδιά στην αποθάρρυνση και στην μειωμένη αντιλαμβανόμενη σωματική ικανότητα. Τα παλαιότερα χρόνια στις χώρες της λεγόμενης δύσης, αλλά ακόμα και τώρα στην πατρίδα μας, η συμμετοχή των παιδιών σ’ ένα συγκεκριμένο άθλημα θα μπορούσε να καθορισθεί από παράγοντες όπως η παράδοση της περιοχής, τα ιδανικά, η επιθυμία να λάβουν μέρος σε ένα άθλημα σύμφωνα με τη δημοτικότητά του, η πίεση των γονέων, η παρότρυνση και εξειδίκευση του γυμναστή του σχολείου, η εγγύτητα των αθλητικών εγκαταστάσεων κλπ. Το σύστημα αυτό, - σε χώρες οι οποίες δεν αξιολογούν προγραμματισμένα το αθλητικό ταλέντο -  οδηγεί τα παιδιά στα περισσότερο δημοφιλή αθλήματα, παρέχοντας αφθονία παιδιών (που έχουν ή δεν έχουν τα κατάλληλα χαρακτηριστικά για το συγκεκριμένο άθλημα), ενώ τα αθλήματα χαμηλότερου προφίλ παλεύουν για να προσελκύσουν συμμετοχή.

Στο άθλημά μας, δυστυχώς τα τελευταία χρόνια συμβαίνει σημαντική συρρίκνωση στα ηλικιακά τμήματα όλων των κατηγοριών όπως φαίνεται από τα γραφήματα που παρουσιάζουν τις ενεργές συμμετοχές ομάδων στα ηλικιακά πρωταθλήματα από το 2010 έως το 2015.




























Ένα παιδί επηρεάζεται να γίνει μέλος ενός αθλητικού συλλόγου από το άμεσο περιβάλλον του. Εαν ένα άτομο παραμένει στον σύλλογο, εξαρτάται από το πως βιώνει τις κυρίαρχες αξίες, τα ιδανικά και τη φιλοσοφία που επικρατούν μέσα σε αυτό το περιβάλλον. Ως εκ τούτου, για να είναι και να γίνει κάποιος αθλητής, θεωρείται πως είναι μία γενικότερη διαδικασία της κοινωνικοποίησης του ατόμου. Η διαδικασία αυτή της κοινωνικοποίησης αναπτύσεται μέσα στο αθλητικό πλαίσιο, όπου οι εμπειρίες, οι φίλοι, η αθλητική κουλτούρα, οι αρχηγοί των ομάδων και οι προπονητές, παίζουν αποφασιστικό ρόλο. Επομένως, η συμπεριφορά εξελίσσεται ως συνάρτηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ του ατόμου και του περιβάλλοντός του. Σύμφωνα με τον Bronfenbrenner, το περιβάλλον μπορεί να περιγραφεί μέσω 4 διαφορετικών δομών που επηρεάζουν άμεσα ή έμεσα το άτομο. Οι δομές αυτές είναι: το μικροσύστημα, το μεσοσύστημα, το εξωσύστημα και το μακροσύστημα. 












Ένα μικροσύστημα όπως ο σύλλογος, είναι ένα μοτίβο ρόλων, δραστηριοτήτων, και διαπροσωπικών σχέσεων που βιώνει άμεσα ένα αναπτυσόμενο άτομο. Εδώ ανήκουν η οικογένεια, η ομάδα, ο προπονητής, το σχολείο, οι φίλοι, κλπ. Το μεσοσύστημα περιλαμβάνει τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ 2 ή περισσότερων στοιχείων του μικροσυστήματος, όπως η ομάδα, ο προπονητής, το σχολείο, όπου το παιδί έχει ενεργή συμμετοχή. Έτσι, το μεσοσύστημα αποτελεί ένα σύνολο μικροσυστημάτων. Ενδεχομένως τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο νεαρός αθλητής να προέρχονται μέσα από το μεσοσύστημα. Η πίεση που υφίστανται οι αθλητές για το αποτέλεσμα, ακόμα και στις ηλικίες κάτω των 10 ετών είναι φαινόμενο κυρίως Ελληνικό, με μεγάλη απάντηση στη χειροσφαίριση, δημιουργεί συνθήκες έντονου αγωνιστικού πρωταθλητισμού και επιδρά αρνητικά στην σωματική και ψυχική υγεία των μικρών παιδιών. Παράγοντες και προπονητές, στην προσπάθεια να κατακτήσουν ένα πρόσκαιρο αποτέλεσμα, αμελούν τους βασικούς κανόνες της βιολογικής ανάπτυξης και τις ιδιαιτερότητες της προπόνησης των παιδιών. Μέσα από την προπόνηση των νεαρών αθλητών, ο προπονητής πρέπει να δημιουργεί εκείνες τις συνθήκες που θα επιτρέψουν στο παιδί να εξελιχθεί σωματικά και ψυχοπνευματικά. Πρέπει να συμβάλει στη διαδικασία ωρίμανσης του αθλητή, και να του προσφέρει στοιχεία για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του θέτοντας παράλληλα τις βάσεις για τη μακροχρόνια παραμονή του στο άθλημα. Το εξωσύστημα, αναφέρεται σε μία ή περισσότερες συνθήκες κατά τις οποίες το παιδί δεν έχει ενεργή συμμετοχή, αλλά όμως όταν συμβαίνουν το επηρεάζουν. Το εκπαιδευτικό σύστημα και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση μπορούν να αναφερθούν εδώ ως παραδείγματα. Τέλος, το μακροσύστημα, αναφέρεται στο επίπεδο της αθλητικής κουλτούρας του τόπου, ή ακόμα στον πολιτισμό της χώρας ως σύνολο, αλλά και στα πολιτικά συστήματα. Εδώ υπόκεινται οι αθλητικές ομοσπονδίες, η χρηματοδότηση του αθλητισμού, η αντικειμενική ή υποκειμενική προβολή όλων των αθλημάτων, οι σύγχρονοι αθλητικοί χώροι κλπ. 

Είναι γεγονός, πως υπάρχει (για τη χειροσφαίριση), απουσία κατάλληλων χώρων άθλησης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον συνοστισμό ομάδων διαφόρων ηλικιών και αθλημάτων σε ελάχιστους χώρους, με μειωμένες διαθέσιμες ώρες και ακατάλληλες συνθήκες. Ακόμα και η Εθνική ομάδα των ανδρών δεν έχει βρεί ένα σύγχρονο γυμναστήριο πλήρως εξοπλισμένο με τα απαραίτητα όργανα και τις υλικοτεχνικές υποδομές για να πραγματοποιεί τις προπονήσεις της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της αθλητικής υποκουλτούρας, πρέπει να ενταχθεί και η απουσία - ή τουλάχιστον η όχι επαρκής επιμόρφωση - των προπονητών και των παραγόντων, και η σχεδόν ανύπαρκτη συνεργασία με τα Πανεπιστήμια. 

Επομένως, πρέπει να αποδεχτούμε τη θεμελιώδη άποψη ότι η επιτυχία στον ανταγωνιστικό αθλητισμό περιλαμβάνει και εξαρτάται όχι μόνο από τις σωματικές και φυσικές ικανότητες, αλλά και την κοινωνικοποίηση μέσα από την κουλτούρα του αθλητισμού. Από αυτή την άποψη, για την ανάπτυξη ενός αθλητή αλλά και του αθλήματος γενικότερα, η αλληλεπίδραση με τους παράγοντες που συνθέτουν το περιβάλλον, σε συνδυασμό με τις προσωπικές εμπειρίες αθλητών και προπονητών πρέπει να θεωρούνται θεμελιώδους σημασίας για την ανάπτυξη. 

Για την επίλυση των βασικότερων και γενικότερων προβλημάτων, θα πρέπει άμεσα να ληφθεί μία σειρά μέτρων, έτσι ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες και προϋποθέσεις για την ορθολογιστική και ταχεία ανάπτυξη του αθλήματος.

Σήμερα, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να αναλύσουμε και να διευκρινίσουμε τους σημαντικούς παράγοντες της διαδικασίας, μέσω της οποίας το παιδί ή ο έφηβος φτάνει σε υψηλό επίπεδο απόδοσης, και συγκεκριμένα να εστιάσουμε σε εκείνα τα άτομα που έχουν τις δυνητικές ικανότητες να πετύχουν και να εξελιχθούν στον υψηλό ανταγωνιστικό αθλητισμό. Εδώ, κατά την ταπεινή μας γνώμη, τρία σημαντικά ζητήματα μπορούν να τεθούν:

1. Τι κυρίως επηρέασε το παιδί να γίνει μέλος του αθλήματος, και τι το κράτησε σε αυτό τα πρώτα χρόνια;
2. Γιατί θα μείνει – ή έμεινε – στο άθλημα τα πρώτα χρόνια, και πως μπορεί να εξηγηθεί η μεταβολή στις επιτυχίες μεταξύ αυτών των αθλητών που έφτασαν σε υψηλό επίπεδο και εκείνων που δεν τα κατάφεραν;
3. Ποιές είναι εκείνες οι προσωπικές εμπειρίες μέσα από το αθλητικό και κοινωνικό περιβάλλον, και ποιά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν τον αθλητή –τρια;
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά που διακρίνουν τους επιτυχημένους από τους μη επιτυχημένους αθλητές είναι η πίστη στον εαυτό τους, η αυτοπεποίθηση. Έτσι, οι ψυχολογικές διεργασίες που ενεργοποιούνται όταν το παιδί-αθλητής πιστεύει πραγματικά στις δυνατότητές του, ενεργούν και επηρεάζουν με τη σειρά τους κάθε τομέα της αθλητικής δραστηριότητας.

Υπάρχει σαφέστατη ανάγκη, μέσα στους κόλπους του συλλόγου και στα πλαίσια του δυνατού, να γίνει διαχωρισμός των ηλικιακών κατηγοριών με αυτόνομη προπόνηση, αύξηση του όγκου προπόνησης (περισσότερες ώρες – μέρες προπόνησης ανά έτος), με ανάλογες προπονητικές επιβαρύνσεις και σεβασμό στις ιδιαιτερότητες της κάθε ηλικίας. Είναι γεγονός πως για να φτάσει κάποιος σε επιδόσεις υψηλού επιπέδου - είτε αυτές αφορούν τον αθλητισμό, είτε τις τέχνες ή την επιστήμη -  πρέπει να έχει προηγουμένως συσσωρεύσει πάνω από 10.000 ώρες πρακτικής και εξάσκησης (είναι ο λεγόμενος κανόνας των 10 ετών). Όσο περισσότερο έμπειρο είναι ένα παιδί σε ένα άθλημα, τόσο περισσότερη ευκαιρία έχει να αναπτύξει μια υψηλή αίσθηση αθλητικής επάρκειας. 

Η ανάπτυξη της εξειδίκευσης και η υψηλή απόδοση, αποτελούν μία περίπλοκη συνταγή όπου αναμειγνύονται οι έμφυτοι κληρονομικοί παράγοντες με σωστές περιβαλλοντικές επιδράσεις όπως οι γονείς, οι προπονητές κλπ, σε συνδυασμό πάντα με την ισχυρή θέληση του παιδιού και το εσωτερικό κίνητρο για εξάσκηση και συμμετοχή.

Η αξιολόγηση της προόδου-ανάπτυξης των αθλητών –τριών (κύρια μέσα από τον σύλλογο αλλά με τον έλεγχο της ΕΑΠ), σε σωματικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά, τεχνικές και τακτικές δεξιότητες, φυσική κατάσταση και αγωνιστική απόδοση, θα πρέπει να γίνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Η αξιολόγηση αυτή θα επιτρέψει στους προπονητές των συλλόγων και στους κλιμακιακούς προπονητές της ΟΧΕ, να καταγράψουν τα προτερήματα και τις αδυναμίες του κάθε αθλητή ξεχωριστά αλλά και της ομάδας ως σύνολο. Έτσι οι προπονητές θα μπορέσουν να παρέμβουν προπονητικά και ψυχολογικά στην περαιτέρω ανάπτυξη του παιδιού και του συλλόγου. Με αυτό τον τρόπο, θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε καλύτερα τα ταλέντα και θα συνδράμουμε θετικά στις δύσκολες και κρίσιμες περιόδους της μαθητικής, και φοιτητικής ζωής και της μετέπειτα επαγγελματικής σταδιοδρομίας.
 
Για την ορθολογιστική μελέτη της εξέλιξης του αθλήματος, θα πρέπει να ληφθούν υπ΄όψη:
Ο προσανατολισμός των νέων παιδιών σε επίπεδα επιδόσεων (ατομικά και ομαδικά) που προσεγγίζουν τα χαρακτηριστικά των αθλητών υψηλού επιπέδου. 
Η βελτίωση των σχέσεων μεταξύ θεωρίας και προπονητικής πρακτικής με συμμετοχή σύγχρονων καταρτισμένων επιστημονικά προπονητών για την προπόνηση όλων των ηλικιών. Η κορυφαία επίδοση δεν δημιουργείται από μόνη της, αλλά σε συνεργασία με προπονητές και επιστήμονες που έχουν την ικανότητα να μετατρέψουν τη θεωρητική γνώση και εμπειρία σε πράξη.  
Η βελτίωση μίας αποτελεσματικής εξατομίκευσης της προπόνησης η οποία θα περιλαμβάνει την ατομική ανάπτυξη φυσικών, τεχνικών, τακτικών και ψυχικών διαδικασιών μέσα από σύγχρονες μεθόδους επιβάρυνσης και αποκατάστασης. 
Η ποιοτική επιμόρφωση προπονητών και αθλητών. Πρέπει να περιοριστεί ο εμπειρικός και πειραματικός χαρακτήρας της προπόνησης, να προωθηθεί η επιστημονική σκέψη και η προσωπική αθλητική δημιουργικότητα. 
Η συνεργασία με επιστήμονες μεγαλύτερου αθλητικού φάσματος και περιεχομένου που θα στηρίξουν και θα συνδράμουν στην προσπάθεια (ιατρική, φυσιολογία, ψυχολογία, βιομηχανική, κλπ).
Η έλλειψη στο ανθρώπινο υλικό (αθλητές, προπονητές και παράγοντες), πρέπει να αντισταθμισθεί με την υψηλή και ορθολογιστική ποιότητα της προπόνησης. Ας προσπαθήσουμε όλοι μας για το καλύτερο.

Πηγές
Bronfenbrenner, U. The ecology of human development. Experiments by nature and design. Cambridge, MA. Harvard University Press, 1979.
Carlson, R. The path to the national level in sports in Sweden. Scand J Med Sci Sports, 3, 170-177, 1993.
Petrola, E. Talent identification. Sport Psychology Bulletin, 3(5), 10-11, 1992. 
Simon, H.A. & Chase, W.G. Skill in chess. American Scientist, 61, 394-403, 1973.
Williams, M. & Hodges, N. Practice, instruction and skill acquisition in soccer: challenging tradition. J Sports Sci, 23(6), 637-650, 2005.
Ψυχουντάκη, Μ. Αυτοπεποίθηση: ένα εννοιολογικό μοντέλο μελέτης της απόδοσης νεαρών αθλητών. ΕΚΠΑ, ΤΕΦΑΑ, Διδακτορική Διατριβή, 1998.


Δεν υπάρχουν σχόλια: